Παρασκευή, Δεκεμβρίου 3, 2021
Home Πολιτισμός Μουσική Μπομπ Μάρλεϊ: Ο Θρύλος της Ρέγκε

Μπομπ Μάρλεϊ: Ο Θρύλος της Ρέγκε

Ο Μπομπ Μάρλεϊ ήταν τραγουδιστής, συνθέτης, κιθαρίστας, ακτιβιστής, ένας πρωτοπόρος της ρέγκε μουσικής και θεωρείται παγκόσμιο σύμβολο της μουσικής και της κουλτούρας της Τζαμάικα.

Το 1962, ο Μπομπ Μάρλεϊ ηχογράφησε τα πρώτα του δύο singles, “Judge Not” και “One Cup of Coffee”. Τα τραγούδια κυκλοφόρησαν από την εταιρία Beverley με το ψευδώνυμο Μπόμπι Μάρτελ, ελκύοντας ελάχιστο ενδιαφέρον. Τα ίδια τραγούδια επανακυκλοφόρησαν σε μια μεταθανάτια συλλογή με τη δουλειά του Μάρλεϊ, Songs of Freedom.

Το 1963, ο Μπομπ Μάρλεϊ, ο “Μπάνι” Λίβινγκστον και ο Πήτερ Μάκιντος δημιούργησαν ένα ska/rocksteady συγκρότημα με την ονομασία The Teenagers. Αργότερα άλλαξαν το όνομα τους σε The Wailing Rudeboys, μετά σε The Wailing Wailers και τελικά σε The Wailers.

Το πρώτο άλμπουμ των The Wailers, ονόματι Catch A Fire, κυκλοφόρησε παγκοσμίως το 1973 και είχε θετική απήχηση. Ακολούθησε ένα χρόνο αργότερα το Burnin΄, που συμπεριλάμβανε τα τραγούδια “Get Up, Stand Up” και “I Shot The Sheriff”. Ο Έρικ Κλάπτον επιμελήθηκε το “I Shot The Sheriff” σε μια έκδοση πιο φιλική προς τα ακούσματα της εποχής, ενισχύοντας έτσι το διεθνές προφίλ του Μπομπ Μάρλεϊ.

Οι The Wailers διαλύθηκαν το 1974 και το κάθε μέλος ακολούθησε σόλο καριέρα. Για την αιτία της διάλυσης γίνονται μόνο εικασίες. Μερικοί πιστεύουν ότι υπήρχαν διαφωνίες ανάμεσα στους Λίβινγκστον, Μάκιντος και Μάρλεϊ για τις συναυλιακές τους εμφανίσεις, ενώ άλλοι ισχυρίζονται πως απλά οι Λίβινγκστον και Μάκιντος προτιμούσαν τη σόλο καριέρα. Ο Μάκιντος ξεκίνησε ηχογραφήσεις με το όνομα Πήτερ Τος και ο Λίβινγκστον συνέχισε ως Μπάνι Γουέιλερ.

Παρά τη διάλυση, ο Μάρλεϊ συνέχισε να ηχογραφεί σαν Bob Marley & The Wailers.Το 1975 συντελέστηκε η διεθνής αναγνώριση του Μπομπ Μάρλεϊ, έξω από τα όρια της Τζαμάικα, με την επιτυχία του τραγουδιού “No Woman, No Cry” από το άλμπουμ Natty Dread. Ακολούθησε το ακόμα πιο επιτυχημένο άλμπουμ, Rastaman Vibration (1976), το οποίο παρέμεινε τέσσερις εβδομάδες στα Top10 στις ΗΠΑ.

Ο Μάρλεϊ, το 1976 , άφησε την Τζαμάικα και εγκαταστάθηκε στην Αγγλία, όπου ηχογράφησε τα άλμπουμ Exodus και Kaya. Το Exodus έμεινε στα βρετανικά charts για 56 συνεχείς εβδομάδες. Συμπεριελάμβανε τέσσερα singles: “Exodus”, “Waiting In Vain”, “Jamming” και το “One Love”.

Το Babylon by Bus, ένα διπλό live άλμπουμ με 13 τραγούδια, κυκλοφόρησε το 1978 με τις καλύτερες κριτικές. Ολόκληρο το άλμπουμ και συγκεκριμένα το τελευταίο τραγούδι “Jamming” με τις επευφημίες του κοινού, αποτύπωσε την ένταση των ζωντανών εμφανίσεων του Μάρλεϊ. Το Survival, ένα «ανυπάκουο» και πολιτικά φορτισμένο άλμπουμ, κυκλοφόρησε το 1979. Τραγούδια σαν τα “Zimbabwe”, “Africa Unite”, “Wake Up and Live” και “Survival” αντικατόπτριζαν την υποστήριξη του Μάρλεϊ στους αγώνες των Αφρικανών.

Το Uprising (1980) ήταν το τελευταίο στούντιο άλμπουμ του Μπομπ Μάρλεϊ και ήταν μια από τις πιο θρησκευόμενες δημιουργίες του, συμπεριλαμβανομένων των “Redemption Song” και “Forever Loving Jah”. Ο Μπομπ Μάρλεϊ έκανε την τελευταία του συναυλία στο Stanley Theater στο Πίτσμπουργκ της Πενσυλβάνιας στις 23 Σεπτεμβρίου 1980. Η ζωντανή εκτέλεση του “Redemption Song” στο Songs of Freedom ηχογραφήθηκε σε εκείνο το σόου.

Πέθανε στο νοσοκομείο Cedars of Lebanon στο Μαιάμι της Φλόριντα στις 11 Μαϊου 1981 σε ηλικία 36 χρονών.Το Confrontation (1983) κυκλοφόρησε μετά το θάνατό του και περιείχε υλικό από ηχογραφήσεις κατά τη διάρκεια της ζωής του Μάρλεϊ, συμπεριλαμβάνοντας το “Buffalo Soldier” και νέες μίξεις παλιών singles που κυκλοφορούσαν μόνο στη Τζαμάικα.

Η συλλογή με τις επιτυχίες του Legend που κυκλοφόρησε το 1984 έγινε το αλμπουμ με τις μεγαλύτερες πωλήσεις όλων των εποχών. Η μουσική του Μπομπ Μάρλεϊ απέκτησε ολοένα και μεγαλύτερη δημοτικότητα μετά το θάνατό του. Παραμένει δημοφιλής και γνωστός ανά τον κόσμο, ιδιαιτέρως στην Αφρική. Ο Μάρλεϊ εντάχθηκε στο Rock and Roll Hall of Fame το 1994. Το περιοδικό Time το 1999 επέλεξε το άλμπουμ Exodus ως το καλύτερο άλμπουμ του 20ου αιώνα. Η ημερομηνία γέννησης του τιμάται ως εθνική εορτή στη Τζαμάικα.

Με πληροφορίες από Βικιπαίδεια